Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Κάτουλλος 50

Εχθές, Λικίνιε, ημέρα σχόλης
παίξαμε πολύ με τις δέλτους σου,
καθώς άρμοζε να ‘μαστε ηδονικοί:
γράφοντας ο καθένας μας παίζαμε
τώρα μ’ αυτό το ρυθμό τώρα με κείνο,
στιχάκια ανταλλάσσοντας με πνεύμα και κρασί.
Κι από κει έφυγα απ’ τη γοητεία σου
φλογισμένος, Λικίνιε, κι απ’ τα αστεία,
ώστε φαΐ ο άμοιρος δε χάρηκα,
ούτε ύπνος σφάλισε γαλήνια τα ματάκια μου,
αλλά σ’ όλη, με μανία αδάμαστος, την κλίνη
γυρνούσα ποθώντας να δω την αυγή,
μαζί σου να μιλήσω και να ‘μαι μαζί σου.
Αλλά καθώς τα μέλη μου κατάκοπα απ’ το μόχθο
ημιθανή στο κρεβατάκι κείτονταν,
αυτό, γλυκέ μου, σου 'γραψα το ποίημα,
για να δεις καθαρά την οδύνη μου.
Τώρα θρασύς μην είσαι και τις εκκλήσεις μας,
σε εκλιπαρώ, μην απορρίψεις, μάτια μου,
μήπως ζητήσει η Νέμεσις εκδίκηση από σε. 
Είναι θεά κραταιή: κοίτα μη την προσβάλεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου