Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Κάτουλλος 63



Πέρασε θάλασσες βαθιές ο Άττις πλέοντας με γρήγορο σκαρί
και σαν το Φρύγιο άλσος πάτησε με πόδι σβέλτο όλο πόθο
και σίμωσε στα μέρη της θεάς που σκιερά τα ζώνουν δάση,
καθώς εκεί λύσσα τον κέντρισε τρελή, πλάνος τω πνεύματι,
ξέσκισε με λιθάρι σουβλερό τα βάρη απ’ το λαγόνι του.
Κι έτσι καθώς αισθάνθηκε τα μέλη του που δίχως άντρα απέμειναν
της γης λεκιάζοντας το χώμα με φρέσκο ακόμα αίμα,
ξεσηκωμένη κράτησε με χέρια σαν το χιόνι το ανάλαφρο το τύμπανο,
το τύμπανο, Κυβήβη, το δικό σου, τις τελετές, μητέρα, τις δικές σου,
και του ταύρου το τομάρι το κούφιο κρούοντας με δάχτυλα απαλά,
τούτα αρχίνισε να τραγουδά τρεμουλιαστά στις συντρόφισσες.

«Εμπρός μπροστά πάτε, Γάλλες, στα ψηλά της Κυβέλης δάση με μιας,
με μιας εμπρός, της Δινδυμήνης δέσποινας πλάνα κοπάδια
που ξένα ζητώντας σαν εξόριστες μέρη
τη σέκτα μου ακλουθώντας με μένα αρχηγό για μένα συντρόφισσες
τη θάλασσα την κλέφτρα υπομείνατε και τoυ πελάου τις τρικυμίες
και το σώμ’ απανδρώσατε απ’ άσβεστο της Αφροδίτης μίσος˙
ευφραίνετε της κυράς την ψυχή με γοργά ξεστρατήματα.
Δειλός δισταγμός να φύγει απ’ το νου: εμπρός με μιας, από πίσω ελάτε
στο Φρύγιο της Κυβήβης οίκο, στα Φρύγια άλση της θεάς,
κει που των κυμβάλων ο ήχος αντηχεί, κει που τύμπανα αντιβοούν,
κει που Φρύγας αυλητής ήχο λαλεί βαρύ στο κυρτό του καλάμι,
κει που Μαινάδες κεφαλές με βία τινάζουν κισσοφόρες,
κει που τα ιερά ιερών τελετών με στριγγές ξεσηκώνουν τσιρίδες,
κει που συνηθά κείνο το πλάνο της θεάς να ίπταται μπουλούκι,
όπου πρέπει στο χορό μας με σβέλτο ρυθμό τρις το πόδι να χτυπά.»

Τούτα με μιας στις συντρόφισσες τραγούδησε η μπάσταρδη γυναίκα
κι ο θίασος ξάφνου με γλώσσες ολολύζει παλλόμενες,
το ελαφρύ το τύμπανο μουγκρίζει, τα κούφια κύμβαλα αντικροτούν,
στη χλωρή την Ίδη γρήγορος σίμωσε χορός με πόδι πρόθυμο.
Ξέφρενη με μιας, ξέπνοη, πλάνα βαδίζει, τα λοίσθια πνέοντας
με συνοδεία το τύμπανο ο Άττις μέσα στα άλση τα σκιώδη ηγέτης,
σαν τη δαμάλα αδάμαστη το βάρος του ζυγού τινάζοντας,
ορμητικές οι Γάλλες ακλουθούν το γοργοπόδαρο αρχηγό.
Κι έτσι σαν πάτησαν τον οίκο της Κυβήβης κατάκοπες,
από υπέρμετρο μόχθο δίχως ψωμί παίρνουν έναν υπνάκο,
νοθρός λήθαργος λιώμα τις λύγιζε σφαλίζοντας τα μάτια
κι έφυγε στη σιγαλιά την απαλή η λυσσαλέα του πνεύματος μανία.

Αλλά όταν ο Ήλιος ο χρυσόθορος με ακτινοβόλο βλέμμα
σάρωσε τον κάτασπρο αιθέρα, το χώμα το σκληρό, την άγρια θάλασσα
κι εξόρισε της νύχτας τις σκιές με ακμαία ποδοβολητά,
εκεί ο Ύπνος ξυπνητή την άφησε την Άττι και ξέφυγε˙
στον τρεμάμενο κείνον τον πήρε η Πασιθέα η θεά τον κόλπο της.
Κι έτσι από την απαλή τη σιγαλιά λεύτερη από λύσσα αρπαχτική
μόλις μόνη της στην καρδιά ό,τι έκανε αναπόλησε
κι είδε με καθαρό μυαλό τι της έλειπε και πού βρισκόταν,
με πνεύμα ταραγμένο πίσω πάλι στο γιαλό το δρόμο πήρε,
όπου θάλασσες πλατιές συνάντησε με δάκρυα στα μάτια
κι έτσι λυπητερά με φωνή θλιβερή στην πατρίδα απευθύνθηκε.

«Ω πατρίδα γενέτειρά μου, ω πατρίδα μου μητέρα
που εγώ ο δύστυχος σε άφησα καθώς συχνά απ’ τα αφεντικά δραπέτες
δούλοι φεύγουν, και πάτησα το πόδι μου στα άλση τα Ιδαία,
για να ‘μαι μεσα στο χιονιά και στων θεριών τα παγερά λιμέρια
και να σιμώσω μαινόμενη τα σκοτεινά τους άντρα,
πότε άραγε και σε ποια μέρη μολογώ πως σε παράτησα, πατρίδα; 
Η κόρη ποθεί των ματιών από μόνη της το βλέμμα να στρέψει σε σένα,
για λίγο όσο το πνεύμα λεύτερο απ’ άγρια λύσσα είναι.
Άραγε μακριά απ’ τη δικιά μου στα άλση τούτα θα φέρομαι οικία;
Από πατρίδα, αγαθά, φίλους, γονείς θα λείπω;
Θα λείπω από την αγορά, την αρένα, το στάδιο, τα γυμνάσια;
Ω δύστυχη, δύστυχη, τώρα ξανά και ξανά το παράπονο βγαίνει, καρδιά.
Τι λογής άραγε όψη, τι λογής εγώ δεν πήρα;
Εγώ γυναίκα, εγώ νεαρός, εγώ έφηβος, εγώ παιδί˙
εγώ του γυμνασίου ήμουν ανθός˙ εγώ ήμουν η δόξα της παλαίστρας˙
για μένα οι πόρτες σφύζαν απ’ τα πλήθη, για μένα το κατώφλι ήταν ζεστό,
για μένα άνθιζε το σπίτι μου ζωσμένο με στεφάνια,
σαν το δωμάτιό μου άφηνα με την αυγή του ηλίου.
Εγώ τώρα των θεών θεράπαινα και της Κυβήβης θα φέρομαι δούλα;
Εγώ Μαινάς, εγώ κομμάτι του εαυτού μου, εγώ στείρος άντρας θα είμαι;
Εγώ στης χλωρής της Ίδης τα μέρη που χιόνι τα σκεπάζει θα συχνάζω;
Εγώ τη ζωή μου θα ζω κάτω απ’ τις ψηλές κορυφές της Φρυγίας,
όπου ζαρκάδι δασοσύχναστο όπου κάπρος αλσοπλάνητας;
τώρα τώρα ό,τι έκανα πονά, τώρα τώρα μετανοιώνω.»

Καθώς απ’ τα ρόδινα χειλάκια της γοργός έφυγε ήχος,
στα δίδυμα τα αφτιά των θεών νέα ανήκουστα φέρνοντας
κει απ’ τα λιοντάρια η Κυβέλη του ζυγού το ζεύγμα λύνοντας
και το ζερβό του κοπαδιού εχθρό κεντρίζοντας έτσι μιλά:
«Εμπρός τώρα» λέει «εμπρός, θεριό, πήγαινε, κάνε τη μανία να τον κλονίσει
με της μανίας το χτύπο κάνε να φέρει το πόδι πίσω στα δάση
αυτός που σαν πολύ λεύτερα ποθεί να ξεφύγει απ’ το κράτος μου
εμπρός με την ουρά χτύπα τη ράχη, το δικό σου μαστίγιο υπόμεινε
κάνε όλα τα μέρη με μουγκριτό βρυχώμενο να αντηχούν
άγρια την πύρρινη απ’ το μυώδη αυχένα τίναξε χαίτη.»

Αυτά είπε απειλώντας η Κυβήβη και λύνει με το χέρι τους ζυγούς:
άγριος αυτός μόνος του ξεσηκώνεται στο αρπαχτικό του πνεύμα,
βαδίζει, βρυχάται, τσακίζει χαμόκλαδα με πόδι πλάνο.
Αλλά σαν σίμωσε τα μέρη της ακτής τα υγρά της αφρισμένης
κι είδε την τρυφερή την Άττι σιμά στου πελάου τα μάρμαρα
εξαπολύει επίθεση˙ κείνη ξέμυαλη φεύγει στα δάση άγρια˙
εκεί για πάντα στης ζωής της όλο το διάστημα ήτανε δούλα.

Θεά, μεγάλη θεά, Κυβήβη, θεά του Δινδύμου δέσποινα,
μακριά ας είναι απ’ τη δικιά μου, κυρά, κάθε μανία σου οικία:
άλλους σε έκσταση οδήγησε, άλλους οδήγησε στη λύσσα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου