Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Κάτουλλος 51


Κείνος ισόθεος μου φαίνεται πως είναι,
κείνος, αν είναι θεμιτό, πιο πάνω απ' τους θεούς,
κείνος που απέναντί σου κάθεται κι όλο σε
βλέπει και σ' ακούει

γλυκά να του γελάς με γέλιο που απ' εμέ τον άμοιρο
όλες μου κλέβει τις αισθήσεις: τι μόλις σε
αντίκρισα, Λεσβία μου, δε μου απόμεινε
στα χείλη μου φωνή,

μα η γλώσσα μουδιάζει, λεπτή κάτω απ' τα μέλη
φλόγα κυλά, με την ηχώ του ήχου τους
τα αφτιά μου κουδουνίζουν, νύχτα διπλή
τα μάτια μου σφαλίζει.

Η απραξία, Κάτουλλε, σου έχει γίνει βάρος:
στην απραξία χοροπηδάς κι υπέρμετρα καυχιέσαι:
η απραξία πριν και βασιλείς και πολιτείες
πλούσιες ρήμαξε.

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Κάτουλλος 40


Ποια ξεροκεφαλιά, κακομοιρούλη Ράβιδε,
στους ιάμβους μου σε ρίχνει κατακούτελα;
Ποιος θεός, άστοχος συμβουλάτορας,
ξέφρενο σ' ορμήνεψε καβγά να ξεσηκώσεις;
Μήπως στο στόμα του για να σε βάλει ο κόσμος;
Τι θες; Ποθείς με κάθε μέσο να γίνεις περιβόητος;
Θα γίνεις, μιας και την αγάπη μου θέλησες
να αγαπάς με τιμωρία ατέρμονη.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Κάτουλλος 65


Αν και με πόνο επίμονο καταβλημένον έγνοιες
 μακριά απ' τις πολυμαθείς, Όρταλε, κόρες με κρατούν,
κι ούτε είναι δυνατόν τους γλυκούς των Μουσών τους καρπούς να παράγω,
 μόνος του ο νους με κύματα πελώρια της συμφοράς παλεύει
μιας και πριν λίγο στα αβυσσαλέα της Λήθης τα νερά του αδελφού μου
 το πόδι το χλωμούτσικο το 'βρεξε και το μάζεψε το κύμα,
αυτόν που η τρωϊκή η γη κάτω απ' του Ροίτειου την ακτή
 απ' τα μάτια μου μακριά στερημένο τον συνθλίβει
-----------------------------------------------------------
 τώρα ποτέ ξανά εγώ, κι απ' τη ζωή αδερφέ πιο αγαπημένε,
δε θα σε ξαναδώ, σίγουρα όμως θα σ' αγαπώ για πάντα
  για πάντα του θανάτου σου θρήνους θλιμμένους θα θρηνώ,
όπως κάτω απ' τις πυκνές των κλαδιών τις σκιές θρηνούσε
 η Δαυλιάς, γοώντας για τη μοίρα την κακή του αναλωμένου Ίτυ
κι όμως αν και βαθιά σε τέτοιο πένθος, Όρταλε, σου στέλνω
  τα ποιήματα αυτά από του Βαττιάδη βγαλμένα το εργαστήρι
(για να μη λες τα λόγια σου σε ανέμους πλάνους τα εμπιστεύτηκες εις μάτην
   κι απ' την καρδιά μου ξεγλιστρήσανε τυχάρπαστα),
όπως το μήλο που σταλμένο κλεφτά, του αρραβωνιαστικού το δώρο,
 ξέφυγε από τον άσπιλο τον κόρφο της κοπέλας
αυτό που κρυμμένο κάτω απ' τα απαλά φορέματα της καψερής της ξεχασιάρας,
  καθώς εκείνη αναπήδησε στην παρουσία της μητρός της, ξεπετάχτηκε,
κι ενώ αυτό τρέχει ευθύς με πτώση κατακόρυφη,
 κείνης το ένοχο κοκκίνισμα βάφει τη λυπημένη όψη. 


 

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Κάτουλλος 55

Σε ικετεύουμε, αν δε σου κάνει κόπο,
δείξε μας πού την έχεις την κρυψώνα.
Σε ψάξαμε στα Ελάσσονα Πεδία, στο Μέγα Στάδιο
σε ψάξαμε, μέσα σ' όλα τα βιβλιαράκια,
σε ψάξαμε στο τέμενος το ιερό του τρισμεγίστου Δία.
Με μιας στου Πομπηΐου του Μεγάλου τη στοά
όλα τα γκομενάκια, φίλε, στρίμωξα
κι ας κάναν πως για σε ιδέα δεν είχαν.
"Εμπρός" ο ίδιος τις ξεμπρόστιαζα
"δώστε μου τον Καμέριο, ξεδιάντροπα κορίτσια".
Κάποια το στήθος της ξεγύμνωσε και είπε:
"Να, κρύβεται εδώ στις ροδαλές μου ρώγες".
Μα τώρα πια το να σ' ανέχομαι μου έγινε ηράκλειος άθλος.
Μας απαρνιέσαι, φίλε, και δε μας καταδέχεσαι καθόλου.
Πες μας πού θα σε βρούμε, ξηγήσου
θαρραλέα, κανόνισε, βγες να σε δει ο ήλιος.
Τώρα ξανθές κοπέλες σε κρατούν με στήθια σαν το γάλα;
Μα αν τη γλώσσα σου κρατάς στο στόμα σφαλισμένη,
του έρωτά σου οι καρποί όλοι θα πάνε στράφι.
Με κουβεντούλες η γλωσσού η Αφροδίτη χαίρεται.
Όμως, αν προτιμάς, μπορείς μόκο να κάνεις
όσο εγώ τον έρωτά σας θα μοιράζομαι.

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Κάτουλλος 29


Ποιος να το δει βαστά, ποιος να το υπομείνει,
εξόν κι αν είναι άπληστος, ξεδιάντροπος, πεινάλας,
να ‘χει ο Μαμούρρας της Λυσίκομης της Γαλατίας τα πλούτη
κι ό,τι καλό η έσχατη η Βρεταννία κρατούσε;
Πούστη Ρωμύλε, τα βλέπεις κι υπομένεις;
Και τώρα εκείνος πέρφανα κι απλόχερα
απ’ όλων τα κρεβάτια θα περάσει,
σαν Άδωνις ή σα λευκό περιστεράκι.
Πούστη Ρωμύλε, τα βλέπεις κι υπομένεις;
Είσαι άπληστος, ξεδιάντροπος, πεινάλας.
Για πάρτη του, μοναδικέ μου στρατηγέ,
στην έσχατη της δύσεως τη νήσο έφθασες,
για να καταβροχθίζει διακόσια και τριακόσια
τούτη η γαμημένη πούτσα σας;
Τι είναι τούτο αν όχι ολέθρια απλοχεριά;
Μήπως δεν όργωσε ή δεν ντερλίκωσε αρκετά;
Πρώτα τα πατρικά αγάθα τα ξεκοκκάλισε,
ύστερα έφαγε τα λάφυρα του Πόντου, τρίτη
την Ισπανία, που ο χρυσοφόρος Τάγος την ποτίζει:
Τώρα φόβος για τη Γαλλία και την Αγγλία υπάρχει.
Τι διάολο τον καλοπιάνετε ετούτον;  Ή μήπως είναι ικανός σε
τίποτα εκτός απ’ το να μασουλά κληρονομιές γαρνιρισμένες;
Για πάρτη του, ω άνδρες δικαιότατοι της πόλης,
γαμπρέ και πεθερέ, τα καταστρέψατε όλα;

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Κάτουλλος 99

Σου ‘κλεψα καθώς έπαιζες, μελένιε μου Γιουβέντιε,
 ένα φιλάκι πιο γλυκό απ’ τη γλυκιά αμβροσία.
Όμως το πλήρωσα ακριβά: τι πάνω από μια ώρα
 με κάρφωσες θυμάμαι στον πιο ψηλό σταυρό,
ενώ ξεκάθαρα απολογιόμουν μα μ’ όλα μου τα δάκρυα δεν μπόρεσα
 έστω λιγάκι τη σκληρή καρδιά σου να απαλύνω.
Τι μόλις έγινε η πράξη, ξέπλυνες τα χειλάκια σου με
 άφθονες σταγόνες, με τα απαλά τα δαχτυλάκια σου σκουπίζοντάς τα,
για να μη μείνει μόλυνση από το στόμα μου καμιά,
 λες κι ήταν σάλια βρομερά κατουρημένης σκύλας.
Κι ύστερα εμέ τον άμοιρο παρέδωσες στο φθονερό τον Έρωτα 
 που να με τυραννά δεν έπαψε με κάθε τρόπο,
κι έτσι από γλυκιά αμβροσία μου άλλαξε αμέσως κι έγινε τούτο
 το φιλάκι πιο πικρό απ’ το πικρό φαρμάκι.
Αλλά αφού τέτοια ποινή στον άμοιρο τον έρωτα ορίζεις
 στο εξής κι εγώ ποτέ ξανά φίλημα δε θα κλέψω.





Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Κάτουλλος 69


Μην απορείς γιατί για πάρτη σου καμιά γυναίκα,
 Ρούφε, τους απαλούς μηρούς της να απλώσει δεν ποθεί,
ακόμη κι αν την συγκινείς με εκλεκτά φορέματα
 ακόμη κι αν με λαμπερά ρουμπίνια την θαμπώνεις.
Κάποια φήμη κακιά σε βλάπτει, που λεν για σε
 πως κάτω απ' την κοιλάδα της μασχάλης σου άγριος τράγος κατοικεί.
Αυτόν όλες φοβούνται και είναι λογικό: τι είναι σφόδρα κακό
 τούτο το κτήνος κι ούτε μία κοπέλα όμορφη δεν πέφτει στο κρεβάτι.
Γι' αυτό ή εξόντωσε της όσφρησης την αδυσώπητη πληγή
 ή πάψε να απορείς γιατί όλες την κάνουν.