Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Κάτουλλος 46

Τώρα η άνοιξη πάλι τους πάγους λιώνει,
τώρα του ουρανού το μένος το ισονύκτιο
με τις γλυκές του Ζεφύρου σωπαίνει αύρες.
Πίσω να μείνουν οι Φρύγιοι, Κάτουλλε, κάμποι
και της Νικαίας ο πλούσιος αγρός της θερμής:
στις λαμπρές της Ασίας να πετάξουμε πόλεις.
Τώρα ο νους ορμητικός να ξεφύγει ποθεί,
τώρα με σπουδή ζωντανό δυναμώνει το βήμα.
Γεια σας γλυκές των συντρόφων συνάξεις,
που μακριά μαζί απ' το σπίτι κινήσατε
κι άλλοι δρόμοι απ' αλλού πίσω πάλι σας φέρνουν.

Κάτουλλος 41



Η Αμεάνα η κοπέλα η γαμιόλα
δέκα χιλιάρικα όλα μου ζήτησε,
αυτή με την ασχημούλα η κοπέλα μύτη,
του ρέστου η γκόμενα απ' τη Φόρμια.
Γειτόνοι, που την κοπέλα νοιάζεστε,
φίλους και γιατρούς φωνάξτε: στα καλά της
δεν είναι η κοπέλα κι ούτε να ρωτά
πώς είναι συνηθά το χάλκινο είδωλο.

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

Κάτουλλος 57



Ωραία τα βρήκαν οι κίναιδοι οι αισχροί,
ο Μαμούρρας κι ο Καίσαρας οι λούγκρες.
Μην απορείς: ίδια λέρα και στους δυο,
απ' την πόλη η μια η άλλη απ' τη Φόρμια,
βαθιά καθίσανε και δεν ξεπλένονται:
εξ ίσου άρρωστοι, φτυστοί αμφότεροι
σ' ένα ντιβανάκι οι δυο πολυμαθούληδες,
ούτε ο ένας απ' τον άλλο πιο αχόρταγος γαμιάς,
σύντροφοι αντίζηλοι των κοριτσόπουλων.
Ωραία τα βρήκαν οι κίναιδοι οι αισχροί.



Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Κάτουλλος 45

Frederick Leighton "Ακμή και Σεπτίμιος"


Την αγάπη του ο Σεπτίμιος, την Ακμή,
στον κόρφο του κρατώντας "Ακμή μου" λέει
αν δε σ' αγαπώ μέχρι θανάτου κι αν στο εξής
να σ' αγαπώ αιώνια πρόθυμος δεν είμαι
όσο μπορεί κανείς να αγαπά μέχρις εσχάτων,
μόνος στη Λιβύη ή στην Ινδία την πυρωμένη,
πρασινομάτη να απαντήσω λέοντα."
Ως είπε αυτό, ζερβά ο Έρως σαν άλλοτε
και δεξιά φταρνίστηκε επικροτώντας.
Και η Ακμή απαλά το κεφάλι γέρνοντας
του γλυκού παιδιού τα μεθυσμένα ματάκια
με κείνο το άλικο στόμα φιλώντας,
"έτσι", λέει "ζωή μου Σεπτιμούλη μου,
αυτόν μόνο τον κύρη να υπηρετούμε αέναα,
τώρα που πιο πολύ μου μαίνεται και αγριεύει
η φλόγα στο απαλό μου μεδούλι."
Ως είπε αυτό, ζερβά ο Έρως σαν άλλοτε
και δεξιά φταρνίστηκε επικροτώντας.
Τωρά με καλούς οιωνούς ξεκινούν,
με αμοιβαίο πάθος αγαπούν κι αγαπιούνται:
μια την έχει την Ακμή ο φτωχούλης Σεπτίμιος
πιο πάνω από Συρίες κι από Βρετανίες.
Στο Σεπτίμιο μόνο πιστή η Ακμή
λάγνους πόθους κι ηδονές χαρίζει.
Ποιος είδε ανθρώπους πιο μακάριους,
ποιος πιο ευοίωνη την Αφροδίτη; 

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

Κάτουλλος 48


Τα μελένια σου μάτια, Γιουβέντιε,
αν με άφηναν να τα φιλώ διαρκώς
ίσα με τριακόσιες χιλάδιες φορές θα φιλούσα
κι ούτε ποτέ θα φαινόμουν χορτάτος
αν πιο πυκνή από στάχια ξερά
δε γινόταν των φιλιών μας η σοδειά.

Κάτουλλος 95



Η Σμύρνα του Κίννα μου ύστερα από τον ένατο εν τέλει θέρο
            απ’ ότε άρχισε και από τον ένατο βγήκε χειμώνα,
στο μεταξύ πεντακόσες χιλιάδες λέξεις άστοχες διηνεκώς
            στην καθισιά του αραδιάζει ο Ορτήνσιος.
Η Σμύρνα στα έγκατα θα φτάσει των αγίων υδάτων του Σατράχου,
            τη Σμύρνα αλαργινός αιώνας ασπρομάλλης θα διαβάζει.
Αλλά το Χρονικό του Βολούσιου στην Πάδουα στον τόπο θα πεθάνει
            και σε σκουμπριά συχνά χαλαρούς θα προσφέρει χιτώνες.

95b
Το μικρό του φίλου μου το ενθύμιο ας είναι στην καρδιά μου
           κι ο λαός ας χαίρεται με τον πρησμένο Αντίμαχο.

Κάτουλλος 68Α




Ότι από συμφορά και τύχη συνθλιμμένος πικρή
            τούτο μου στέλνεις το σημείωμα με δάκρυα γραμμένο,
 για να εμψυχώσω ναυαγό που του πελάου τα κύματα
            ξέβρασαν κι απ’ του Χάρου να τον σώσω το κατώφλι,
αυτόν που ούτε η ιερή η Αφροδίτη μ’ απαλό να γαληνέψει ύπνο
            στέργει σ’ εργένικη παρατημένον κλίνη,
ούτε με των αρχαίων τη γλυκιά ωδή των γραφών οι Μούσες
            τον ευφραίνουν, σαν ο νους αγρυπνά ανήμερος:
αυτό με ευχαριστεί, μιας και φίλο σου με λες
            και τα δώρα των Μουσών από δω ζητάς και της Κύπριδος.
Αλλά για να μη σου είναι άγνωστες οι συμφορές μου, Μάλλιε,
            κι ούτε να λογάς πως της ξενίας μισώ το καθήκον,
άκου σε πoια κύματα της τύχης βουλιάζω ο ίδιος,
            άλλο να μη ζητάς από κακότυχο δώρα μακάρια.
Απ’ τον καιρό που πρώτα μου δόθηκε χιτώνας αγνός,
            όταν γλυκιά ζούσε άνοιξη της νιότης ο ανθός,
αρκετά πολύ έπαιξα: και στη θεά δεν είμαστε άγνωστοι,
            που γλυκιά σμίγει με έγνοιες πικρία.
 Αλλ’ όλην αυτήν τη σπουδή με θρήνο αδελφικός θάνατος
            μου 'κλεψε. Ω απ’ εμέ αδελφέ στερημένε τον άμοιρο,
συ πεθαίνοντας, συ τσάκισες, αδελφέ, τα αγαθά μου,
            με μιας όλη μας η οικία θάφτηκε.
Όλες μαζί σου με μιας χάθηκαν οι χαρές μας,
            που έτρεφε στη ζωή η γλυκιά σου αγάπη.
Με το χαμό του απ’ το νου μου ολάκερο εξόρισα
            τούτες τις σπουδές κι όλες τις ηδονές του πνεύματος.
Γι’ αυτό, αυτό που γράφεις, «ντροπή σου, Κάτουλλε, να ‘σαι
            στη Βερόνα, τι εδώ κάποιος από στόφα ανώτερη
τα κρύα σ’ αδειανό ζεσταίνει μέλη κρεβάτι»,
            αυτό, Μάλλιε, ντροπή δεν είναι αλλά θλίψη.
Γι’ αυτό θα συγχωρέσεις αν, όσα μου 'κλεψε ο θρήνος,
            τούτα τα δώρα, σα δεν μπορώ, δε σου δίνω.
Τι άφθονες πηγές συγγραφών δεν έχω μαζί μου
            κι έτσι είναι τα πράματα, γιατί στη Ρώμη ζούμε:
αυτή το σπίτι, αυτή η έδρα μου, εκεί ζω τη ζωή μου·
            εδώ ένα απ’ τα πολλά κιβώτια με ακολουθεί.
Μιας κι έτσι είναι, δε θα ‘θελα να κρίνεις πως κακόβουλα
            έτσι πράττουμε με πνεύμα όχι αρκούντως γαλαντόμο,
τι άφθονα τίποτα απ’ ό,τι ζήτησες δεν έλαβες:
           μετά χαράς θα πρόσφερα, αν είχα τα αγαθά μου.